Πολλές παιδίκες αναμνήσεις δεν έχουμε, αλλά σίγουρα στο βάθος του μυαλού μας υπάρχει πάντα η εικόνα του πατέρα να προσπαθεί να φουσκώσει τα μπρατσάκια, και τη μητέρα να προσπαθεί να μας τα φορέσει.

Μπάνιο στη θάλασσα χωρίς μπρατσάκια, δεν επιτρεπόταν στις ελληνικές οικογένειες, μέχρι και την ηλικία που τα παιδιά επαναστατούσαν, επειδή ντρέπονταν.

Τα φορέσαμε όλοι, ανεξαρτήτου φύλου, αλλά πόσοι από εμάς ξέρουμε την ιστορία τους;

Πίσω στο μακρινό 1956, ο Γερμανός Βέρναρντ Μάρκβιτ, είδε τη κόρη να πέφτει στη λίμνη και να σώζεται τη τελευταία στιγμή πριν πνιγεί.

Οι δραματικές στιγμές που έζησε, γέννησαν μια ιδέα, ώστε η κόρη του να μη ξανακινδυνέψει και να μη στερηθεί το νερό που τόσο αγαπούσε.

Πειραματίστηκε με διάφορα υλικά, αλλά απότυγχνανε στο γεγονός ότι δεν ήταν εύχρηστα. Έφτιαξε για αρχή σε μορφή σωλήνα, ένα υλικό που κρατούσε στην επιφάνεια το μωρό.

Αυτό όμως δεν επέτρεπε στο παιδί να κολυμπήσει.

Αφού κατέληξε στο υλικό που θα ανυψώνει τα παιδιά, το  PVC, γεμάτο με αέρα, κατέληξε στη μορφή που έχουν και σήμερα τα μπρατσάκια.

Τα παιδιά είχαν ελεύθερα τα χέρια και τα πόδια τους και μπορούσαν να τα κουνούν μέσα στο νερό, και ταυτόχρονα να είναι ασφαλή.

Και ενώ βρήκε το κατάλληλο σχήμα και υλικό, σκόνταψε στο ότι δεν είχε λεφτά να το παράγει μαζικά. Και τότε έρχεται η Μοίρα και βάζει το χεράκι της. Κερδίζει το λαχείο και επενδύει όλα τα κέρδη στην εφεύρεσή του.

Το 1964, στις 13 Ιουνίου, είχε αναπτύξει τα «μπρατσάκια» και τις βαλβίδες τους στην τελική τους μορφή και τα διέθετε στο εμπόριο υπό την ονομασία «BEMA». Η σύγχρονη ονομασία τους στα γερμανικά, (Schwimmflügel), μεταφράζεται κυριολεκτικά ως «φτερά κολύμβησης».

Αρχικά το καταναλωτικό κοινό ήταν επιφυλακτικό και ο ίδιος έβαζε ανθρώπους να τα δοκιμάζουν ακόμη και στις διακοπές του.

Μέσα σε λίγα χρόνια έρχεται η «επανάσταση». Τα «μπρατσάκια» σαρώνουν παντού. Η BEMA σαρώνει και ο Βέρναρντ γίνεται ζάμπλουτος. Το 1972 η γραμμή παραγωγή θα τρέξει στην Ταϊβάν και στη δεκαετία του 1990 στην Ταϊλάνδη.

Μόνο μέχρι το 1996 είχε πουλήσει πάνω από 150 εκατομμύρια αυθεντικά BEMA «μπρατσάκια» και έβγαζε λεφτά από όλο τον κόσμο.

Πεθαίνει το 2000 αφήνοντας όλα τα δικαιώματα από την εφεύρεση στη γυναίκα του, η οποία τη πούλησε για πολλά εκατομμύρια ευρώ.

 

Πηγή